|
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΘΜΑΤΟΣ
Το άσθμα φέρεται στη διεθνή ιατρική ορολογία με το ελληνικό όνομα ( asthma). Ετυμολογικά προέρχεται από τα ρήματα άω και αάζω. Σύμφωνα με το Λεξικό Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Π.Ε. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Εκδ. ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ), το ρήμα αάζω, που σημαίνει εκπνέω, χουχουλίζω, εκπέμπω πνοή είναι ηχοποίητη λέξη από το ρήμα άω (πνέω, φυσώ) και απαντά μόνο στον ενεστώτα και στο μέλλοντα (αάσω).
Το άσθμα ήταν γνωστό στους Κινέζους από πολλές χιλιετίες πριν. Το φυτό Ma Huang (εφέδρα) από το οποίο στις αρχές του 1900 απομονώθηκε η εφεδρίνη και άλλα βότανα, καθώς και ο βελονισμός ήταν οι σπουδαιότερες θεραπείες στην Αρχαία Κίνα. Ο βελονισμός έχει ακόμη και σήμερα πολλούς οπαδούς.
Τα πρώτα καταγεγραμμένα συμπτώματα που ομοιάζουν με αυτά του άσθματος υπάρχουν σε Αιγυπτιακό πάπυρο ( Ebers Papyrus) χρονολογούμενο από το 1550 π.Χ. Ο όρος «ασθμαίνω» αναφέρεται και από τον Όμηρο (όπως φαίνεται και στο άρθρο του Καθηγητού κ. Σ. Μαρκέτου που μπορείτε να δείτε στη συνέχεια). Ο όρος άσθμα εισήχθη από τον Ιπποκράτη. Ο Αρεταίος ο Καππαδόκης και ο Γαληνός περιέγραψαν την εικόνα της νόσου με λεπτομέρειες και προχώρησαν (όπως και ο Ιπποκράτης) στη διαμόρφωση απόψεων για την αιτιοπαθογένεια, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της «χυμικής θεωρίας». Ο Αρεταίος ομιλούσε για «ψυχρότητα του πνεύμονος» και ο Γαληνός αναφέρεται ότι προχώρησε στο πρώτο πείραμα μέτρησης του αέρα κατά την αναπνοή σε νεαρό αγόρι βάζοντας το να φυσά σε μία κύστη. Πολλές πληροφορίες για τους τρεις Έλληνες Ιατρούς της αρχαιότητας μπορείτε να βρείτε στην εργασία του Καθηγητού της Ιστορίας της Ιατρικής κ. Σ. Μαρκέτου :
Στα χρόνια του Μεσαίωνα κυριαρχεί ο Ισπανοεβραϊκής καταγωγής Μωϋσής Μαϊμωνίδης (Moses Maimonides), γεννημένος στη Κόρντομπα της Ισπανίας. Ασχολήθηκε επίσης με την Αστρονομία, τη Φιλοσοφία, τη Φαρμακολογία, όπως ήταν άλλωστε το χαρακτηριστικό της εποχής που η Ιατρική δεν ξεχώριζε από τις άλλες επιστήμες. Έγραψε τη πρώτη πραγματεία για το άσθμα και υπήρξε προσωπικός γιατρός της οικογένειας του Σουλτάνου της Αιγύπτου και της Συρίας, του φημισμένου Σαλαντίν. Ο Al- Afdal που ήταν γιος του Σαλαντίν και διάδοχος του θρόνου, εκδήλωσε άσθμα σε ηλικία 40 ετών. Ο Μαϊμωνίδης πίστευε ότι η θεραπεία του άσθματος πρέπει να περιλαμβάνει συνολικά τη βελτίωση της υγιεινής και τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης του πάσχοντος, προσεγγίζοντας την «ολιστική» θεραπευτική προσέγγιση. Απέρριπτε τις παλιές από αιώνων «θεραπείες» π.χ. αίμα κουκουβάγιας στο κρασί, παρασκευάσματα από τις απεκκρίσεις καμήλας ή κροκόδειλου και συνιστούσε μεγάλες ποσότητες κοτόσουπας, περιορισμό της σεξουαλικής δραστηριότητας, διαμονή σε ξηρό κλίμα, περιορισμό των ταξιδιών και καλή ψυχική Υγεία, διότι αναγνώριζε ότι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να επιφέρουν ασθματικές κρίσεις. Είχε τη ταπεινότητα να παραδεχθεί ότι δεν κατείχε τη μαγική θεραπεία για το άσθμα.
Με την άνθηση των Επιστημών που παρατηρήθηκε τα χρόνια της Αναγέννησης και μετέπειτα, αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν οι απόψεις ότι το άσθμα είναι χωριστική κλινική οντότητα, διότι μέχρι την εποχή αυτή τα όρια ήταν δυσδιάκριτα και γίνονται προσπάθειες ερμηνείας της αιτιολογίας και του μηχανισμού της πάθησης. Η κλασική Ιπποκρατική θεωρία των χυμών έχει χάσει πολύ έδαφος, σύμφωνα με την οποία, στο άσθμα υπερείχε το «φλέγμα» συγκριτικά με το «αίμα» τη «μαύρη» και «κίτρινη χολή». Οι απόψεις βέβαια κάθε άλλο παρά αποσαφηνισμένες ήταν το 16 ο αιώνα και παρέμειναν ασαφείς επί μακρόν (μέχρι και σήμερα;). Η εισαγωγή του καπνού από το Νέο Κόσμο το 1559 από τον Sir Walter Raleigh και η ταχύτατη εξάπλωση της συνήθειας του καπνίσματος, ώθησε πολλούς γιατρούς της εποχής να συνιστούν το κάπνισμα ως θεραπεία για τις πνευμονικές παθήσεις. Υπήρχαν και άλλες περίεργες θεραπείες την εποχή αυτή, όπως παρασκευάσματα από κοπριά αρσενικών αλόγων (επιβήτορες) και αλκοολούχα παρασκευάσματα από πνεύμονα αλεπούς.
Ο Felix Platter το 1603 τοποθετεί την αιτία του άσθματος στην απόφραξη των μικρών πνευμονικών αρτηριών ή σε διαταραχή των νεύρων. Ο Thomas Willis , ο οποίος μνημονεύεται για τις πρωτοποριακές εργασίες του στην αγγείωση του εγκεφάλου (αρτηριακός κύκλος ή εξάγωνο του Willis ), ήταν ενδεχομένως ο πρώτος που αναγνώρισε ότι το άσθμα ήταν νόσος των βρόγχων, με χαρακτηριστικό τη σύσπαση τους (βρογχόσπασμος). Το 1630 ο Sanctorius περιγράφει το άσθμα που οφείλεται στο τρίχωμα της γάτας και λίγο αργότερα (1656) ο Pierre Borel προσθέτει στις αιτίες του άσθματος το τρίχωμα αλόγων, σκύλου, ποντικού. Περίπου ένα αιώνα πριν, περί το 1552, ο Jerome Gardan είχε θεραπεύσει το άσθμα του Αρχιεπισκόπου Hamilton του Αγίου Ανδρέα απομακρύνοντας τα πουπουλένια μαξιλάρια από το υπνοδωμάτιο, ενώ ο Pietro Mattioli το 1570 ήταν ο πρώτος που ανέφερε θετική πρόκληση άσθματος σε άτομο που ήταν αλλεργικό στη γάτα. Έβαλε το άτομο σε δωμάτιο που είχε κρύψει νωρίτερα μία γάτα για να μην είναι εμφανής η παρουσία της υπάρχει επηρεασμός και το άτομο υπέστη ασθματική κρίση.
Η μορφή όμως που κυριάρχησε το 17 ο αιώνα ήταν ο Sir John Floyer (1649 - 1734). Ασθματικός ο ίδιος, απόφοιτος του Quenns ' College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δημοσίευσε τη «Πραγματεία στο Άσθμα» ( Treatise on Asthma ) το 1698 στην οποία αναφέρονταν ως αίτια του άσθματος, το κάπνισμα, η κληρονομικότητα (για πρώτη φορά), η σκόνη, ορισμένες τροφές, άλλοι περιβαλλοντικοί και ψυχολογικοί παράγοντες. Για πρώτη φορά (μετά τον Αρεταίο) γίνεται και αναφορά για το άσθμα μετά από άσκηση.
Το 18 ο αιώνα αξίζει να αναφερθεί το όνομα του Bernadino Ramazzini (1633-1714), ίσως ο πατέρας της Ιατρικής της Εργασίας, ασχολήθηκε με πολλά επαγγελματικά νοσήματα συμπεριλαμβανομένου και του άσθματος των αρτοποιών.
Το 19 ο αιώνα κυριαρχούν οι μορφές των Άγγλων Henry Hyde Salter (1823-1871), Charles Blackley (1820-1900) και του Αμερικανού Sir William Osler (1849-1919).
Ο Henry Hyde Salter γεννήθηκε στο Poole , ήταν γιος χειρουργού και ασθματικός ο ίδιος. Καθόρισε οριστικά το άσθμα ως ξεχωριστή κλινική ενότητα στο βιβλίο του « On Asthma : Its pathology and treatment » το 1860. Περιέγραψε το άσθμα ως παροξυσμική δύσπνοια με περίεργα χαρακτηριστικά, εμφανίζεται με παροξυσμούς και στα ενδιάμεσα διαστήματα η αναπνευστική λειτουργία είναι φυσιολογική. Ανέφερε τέσσερις αιτίες που προκαλούν στένωση των βρόγχων, το βρογχικό «κατάρρου» (εποχικό άσθμα), πρόσφατη ή παλαιά βρογχίτιδα και το άσθμα. Αποδεχόταν ότι το άσθμα μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή των νεύρων ( nervous asthma ), αλλά τόνιζε ότι αιτίες μπορεί να είναι το τρίχωμα των ζώων, ο μη καθαρός αέρας, η εποχική ρινίτιδα και ορισμένες τροφές. Σε αναφερόμενη ταξινόμηση στο βιβλίο του χρησιμοποιεί τον όρο «ενδογενές άσθμα», όρος που καθιερώθηκε πολύ αργότερα το 1918 από τον Αμερικανό Francis Rackemann (ενδογενές και εξωγενές άσθμα). Συνιστούσε το δυνατό καφέ ως θεραπεία, που έχει κάποια βάση εάν αναλογισθεί κανείς ότι η καφεΐνη ανήκει στις ξανθίνες όπως και η θεοφυλλίνη. Πέθανε από τη νόσο που με οξυδέρκεια περιέγραψε.
Ο Charles Blackley , σύγχρονος του Salter , ασθματικός και ο ίδιος περιέγραψε το δικό του πρόβλημα (αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα). Συνέλεξε γύρη την εποχή της ανθοφορίας με αυτοσχέδιους χαρταετούς, έκανε τεστ δερματικά στον εαυτό του και εισέπνεε τη γύρη για να αναπαραγάγει τα συμπτώματα του. Δικαίως θεωρείται εξέχουσα μορφή στην Αλλεργιολογία για τις πρωτοποριακές τεχνικές που εισήγαγε και αποτελούν τη βάση για την Αεροβιολογία, τη τεχνική των δερμοαντιδράσεων και τις δοκιμασίες πρόκλησης. Αξίζει να αναφερθεί ότι μέχρι την ηλικία των 35 ετών εργαζόταν ως χαράκτης και τυπογράφος στο Manchester , μετά άρχισε να σπουδάζει σε νυκτερινό σχολείο και τελείωσε την Ιατρική σε ηλικία 54 ετών, έγινε και παρέμεινε Γενικός Γιατρός μέχρι το θάνατο του σε ηλικία 80 ετών.
Ο Osler ήταν ο πρώτος που έκανε αναφορά για την ύπαρξη φλεγμονής στο άσθμα, σχεδόν έναν αιώνα πριν γίνει αυτό καθολικώς αποδεκτό.
Από τις αρχές του 1800 οι γιατροί άρχισαν αν εφαρμόζουν την ακρόαση των πνευμόνων και της καρδιάς βάζοντας το αυτί τους στο στήθος των ασθενών. Το 1816 ένας νεαρός Γάλλος γιατρός ονόματι Rene Theophile Hyacinthe Laennec, έπρεπε να εξετάσει μία νεαρά δεσποινίδα κάτω από το αυστηρό βλέμμα όλης της οικογένειας. Ντράπηκε να ακουμπήσει το αυτί του στο στήθος της νεαράς δεσποσύνης και τύλιξε σε ρολό ένα κομμάτι χαρτί, τοποθέτησε το ένα άκρο στο αυτί του και το άλλο στο στήθος της κοπέλας. Εξεπλάγη όταν διαπίστωσε ότι με τον τρόπο αυτό μπορούσε να ακροασθεί καλλίτερα το θώρακα της ασθενούς, από ότι με γυμνό αυτί. Με τον τρόπο αυτό ανακαλύφθηκε το πρώτο στηθοσκόπιο. Αρχικά ο Laennec ονόμασε την ανακάλυψη του απλά «Ο κύλινδρος», αλλά οι συνάδελφοι του άρχισαν να δίνουν διάφορα ονόματα και αποφάσισε τελικά να του δώσει το ελληνοπρεπές όνομα στηθοσκόπιο ( Stethoscope), δηλαδή σκοπώ το στήθος (βλέπω το στήθος).
Ο Δανός χειρουργός John Hutchinson (1811-1861) δεινός σολίστας στο βιολί, στα μέσα του 1800 (εποχή που στην Ευρώπη «κάλπαζε» η φυματίωση) επινόησε μία συσκευή (ένα βαθμονομημένο κώδωνα ανεστραμμένο σε νερό) για να μετρήσει τον εκπνεόμενο αέρα από τους πνεύμονες, όταν το άτομο έχει εισπνεύσει τη μέγιστη δυνατή ποσότητα αέρα. Η μεθοδολογία του βασίσθηκε στην υπάρχουσα γνώση, κυρίως στους Α. L. Lavoisier (θεωρείτε ο πατέρας της μοντέρνας θεωρίας για την αναπνευστική λειτουργία, περί το 1750) και D. Bernoulli (μέτρηση αερίων, επίσης περί το 1750). Ονόμασε τη συσκευή του σπιρόμετρο ( spiro λατινικά η αναπνοή). Εισήγαγε τον όρο vital capacity για να προσδιορίσει τη ποσότητα του εκπνεόμενου αέρα που κατέγραφε με τη συσκευή του. Vital capacity σημαίνει σήμερα ζωτική χωρητικότητα και σε ελεύθερη απόδοση ο αναγκαίος όγκος αέρα για φυσιολογική επιβίωση. Δημοσίευσε το 1846 σε μία εργασία του τις πρώτες του μετρήσεις σε 2130 άτομα, ποικίλων επαγγελμάτων και σωματομετρικών χαρακτηριστικών. Συμπεριέλαβε μάλιστα και 60 προσφάτως αποθανόντες (πήγαινε στο Νεκροτομείο έβαζε ένα σωλήνα στη τραχεία του νεκρού ατόμου και με ένα φυσερό φούσκωνε τους πνεύμονες και στη συνέχεια μετρούσε τον «εκπνεόμενο» από τον νεκρό αέρα). Έκανε τη σημαντική παρατήρηση ότι το μέγεθος της ζωτικής χωρητικότητας είναι ευθέως ανάλογα με το ύψος του ατόμου, αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία και δεν σχετίζεται με το βάρος. Τα ίδια ισχύουν μέχρι σήμερα. Η νέα συσκευή του Hutchinson, δεν έτυχε ευμενούς αποδοχής, μάλιστα απορρίφθηκε από την Ακαδημαϊκή Κοινότητα της εποχής, ο ίδιος απογοητεύτηκε τόσο (πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι λόγοι) που εγκατέλειψε τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά και πήγε χρυσωρύχος στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, δεν τα κατάφερε και τελικά πέθανε στα νησιά Φίτζι σε ηλικία 50 ετών. Το 1990 οι Θωρακολογικές Επιστημονικές Εταιρείας της Αγγλίας και Αυστραλίας έστησαν στα νησιά Φίτζι τον ανδριάντα του John Hutchinson, εφευρέτη του σπιρομέτρου.
Ο 20 ος αιώνας διαμορφώνει νέο σκηνικό στη μελέτη του άσθματος, αλλά και της Ιατρικής γενικότερα. Με το μικροσκόπιο έγινε δυνατόν να μελετηθούν τα κύτταρα, βελτιώθηκε η χημεία και η βιοχημεία και μελετήθηκαν τα προϊόντα των κυττάρων, με την ευρεία έννοια του όρου. Απεικονιστικές (ακτινογραφία κλπ) αλλά και άλλες μέθοδοι, όπως η βρογχοσκόπηση επέτρεψαν τη μελέτη σε ζωντανό οργανισμό των οργάνων και των λειτουργικών συστημάτων. Άρχισε να γίνεται κατανοητός ο μηχανισμός λειτουργίας των λειτουργικών συστημάτων (αναπνευστικό, νευρικό, ανοσιακό κλπ) με αποτέλεσμα να εμπλουτίζονται οι γνώσεις, συχνά με ιλιγγιώδη ρυθμό, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά όλα αυτά ακόμη απέχουμε αρκετά από τη λύση του αινίγματος που λέγεται «άσθμα», που τις τελευταίες δεκαετίες προσβάλλει όλο και περισσότερα άτομα.
Φαρμακοθεραπεία του άσθματος.
Ουσιαστικά αρχίζει (αρχές του 20 ου αιώνα) από την ανακάλυψη της «φυσικής βρογχοδιασταλτικής» ουσίας που λέγεται αδρεναλίνη, από τα επινεφρίδια προβάτων (από τον John Jacob Abel, Καθηγητή Φαρμακολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και την ονόμασε επινεφρίνη) και ανθρώπων (από το Χημικό Jokichi Takamine στη Βαλτιμόρη και την ονόμασε αδρεναλίνη). Αρχικά παρασκευάστηκε σε ενέσιμη μορφή (εξακολουθεί μέχρι σήμερα) και σε μορφή ψεκασμού στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Οι παρενέργειες της δεν επέτρεψαν τη συστηματική χρήση, παρά μόνο στις ασθματικές κρίσεις. Η κορτιζόνη απομονώθηκε από τα επινεφρίδια το 1936 και χρησιμοποιήθηκε το 1949 για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και το 1950 για το άσθμα. Η πρεδνιζολόνη ( Prezolon) και η υδροκορτιζόνη ( Solucortef) παρασκευάστηκαν περί το 1955.
Τα εισπνεόμενα φάρμακα εμφανίζονται στα μέσα της δεκαετίας του 1960, αρχικά η σαλβουταμόλη ( Aerolin) φάρμακο ομόλογο της αδρεναλίνης, αλλά με σαφώς ελάχιστες παρενέργειες. Ομόλογο της κορτιζόνης σε εισπνεόμενη μορφή ήταν η μπεκλομεθαζόνη ( Becotide), η οποία εισήχθη στη θεραπευτική από τις αρχές του 1970. Αμφότερα τα φάρμακα κυκλοφορούν μέχρι σήμερα, βεβαίως έχουν προστεθεί και πολλά άλλα συγγενικά με αυτά σκευάσματα.
Το 1939 έγινε για πρώτη φορά συνθετική κατασκευή αντιϊσταμινικού φαρμάκου από το Γάλλο Daniel Bovet, ενώ η ισταμίνη είχε αναγνωρισθεί αρχές του 1900 από τον Sir Henry Dale.
Το 1969 ο Roger Altounyan, πρώην πιλότος και ασθματικός ο ίδιος, απομόνωσε από τους σπόρους του φυτού Ammi Visnaga (φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, χρησιμοποιούμενο από αιώνες στη θεραπευτική του άσθματος) το χρωμογλυκικό νάτριο. Η ουσία αυτή ανήκει στα φάρμακα που προφυλάσσουν από κρίσεις, έκανε πειράματα στον εαυτό του και κυκλοφόρησε το φάρμακο με το όνομα Lomudal.
Η γνώση ότι ο καφές έχει αντιασθματικές ιδιότητες οδήγησε στη σκέψη ότι συγγενικές με την καφεΐνη ουσίες μπορεί να έχουν βρογχοδιασταλτικές ιδιότητες. Πραγματικά, η αμινοφυλλίνη (παρασκευάστηκε περί το 1907) και η θεοφυλλίνη από τη δεκαετία του 1930 έτυχαν ευρείας χρήσης μέχρι και σήμερα.
Χρήσιμες διευθύνσεις για την ιστορία του άσθματος:
National Health Institute των Η .Π .Α . στη διεύθυνση
http://www.nlm.nih.gov/hmd/breath/breathhome.html
Ιστοσελίδα της Εταιρείας Merck Sharp & Dhome στη διεύθυνση
http://www.mercksharpdohme.com/disease/asthma/asthma_timeline/home2.html
Η Ελληνική Εταιρεία Αλλεργιολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας εκφράζει τις ευχαριστίες της στο Καθηγητή της Ιστορίας της Ιατρικής κ. Σ. Μαρκέτο για την ευγενή προσφορά της μελέτης Bronchial Asthma in the Medical Literature of Greek Antiquity.
Επιμέλεια κειμένου:
Δημήτριος Παπαϊωάννου - Αλλεργιολόγος
|