|
ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΡΓΙΑ
Οι αλλεργικές παθήσεις είναι οι πιο συχνές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, από όποια άλλη πάθηση, αφού 15-20% των εγκύων μπορεί να εμφανίσει κάποια αλλεργία. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όλες τις αλλεργίες συγκεντρώνει το άσθμα, λόγω των δυνητικά δυσάρεστων επακόλουθων που μπορεί να έχει σε μητέρα και έμβρυο.
Η εγκυμοσύνη από μόνη της μπορεί να τροποποιήσει τη φυσική πορεία μιας αλλεργικής πάθησης μέσω των φυσιολογικών, ορμονικών αλλά και ανοσολογικών μεταβολών, οι οποίες παρατηρούνται κατά τη διάρκεια των εννέα μηνών.
ΑΣΘΜΑ
Υπολογίζεται ότι αφορά 1 έως και 7% των εγκύων γυναικών.
Από τις γυναίκες που εμφανίζουν άσθμα πριν από την εγκυμοσύνη, κατά τη διάρκεια αυτής, στο 1/3 των γυναικών το άσθμα βελτιώνεται, στο 1/3 παραμένει σταθερό και στο 1/3 επιδεινώνεται. Σε επόμενη εγκυμοσύνη η πορεία του άσθματος εμφανίζει συνήθως το ίδιο πρότυπο σε κάθε γυναίκα.
- Στις γυναίκες που βελτιώνεται το άσθμα τους, η βελτίωση είναι προοδευτική και η μέγιστη βελτίωση παρατηρείται τις 4 τελευταίες εβδομάδες της κύησης.
- Στις γυναίκες που επιδεινώνεται το άσθμα τους, συνήθως η επιδείνωση είναι μεταξύ 29ης και 36ης εβδομάδας της κύησης και είναι πολύ πιθανή η βελτίωση τις 4 τελευταίες εβδομάδες.
Το καλώς ρυθμισμένο άσθμα δεν αποτελεί πηγή προβλημάτων στη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η όλη προσοχή και μέριμνα πρέπει να δοθεί στη σωστή οξυγόνωση του αίματος του εμβρύου. Όταν δυσπνοεί η μητέρα δυσπνοεί σε μεγαλύτερο βαθμό το έμβρυο, για το λόγο αυτό η πρώτη προτεραιότητα είναι ο καλός έλεγχος του άσθματος της μητέρας. Το έμβρυο βρίσκεται ούτως ή άλλως σε περιβάλλον με λίγο οξυγόνο (υποξαιμικό), χαρακτηριστικά η μερική πίεση οξυγόνου στο έμβρυο είναι φυσιολογικά περί 28-29 mm Hg, ενώ στη μητέρα (χωρίς άσθμα) περί το 90-100 mm Hg. Είναι σαφές ότι πέφτουν οι τιμές του οξυγόνου στο αίμα της μητέρας μειώνονται σε δυσανάλογο ποσό οι τιμές στο αίμα του εμβρύου. Το σημαντικότερο λοιπόν ζήτημα είναι ότι το έμβρυο πρέπει να έχει πάντα την επαρκή οξυγόνωση.
Σε παλαιότερες μελέτες που αναφέρονται στο άσθμα στην εγκυμοσύνη ανέφεραν αυξημένη περιγεννητική θνησιμότητα. Η πιο πρόσφατη βιβλιογραφία αναφέρει μόνο μικρή αύξηση του κινδύνου πρόωρου τοκετού και χαμηλού βάρους γέννησης του παιδιού. Γενικά γίνεται αποδεκτό ότι η μείωση της περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας απεικονίζουν τα τελευταία χρόνια οφείλεται στη βελτίωση των δυνατοτήτων ελέγχου του άσθματος. Αυτά τα στοιχεία υπογραμμίζουν την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στο βέλτιστο έλεγχο του άσθματος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Ο τοκετός και η λοχεία κατά τεκμήριο είναι περίοδοι χωρίς συμπτώματα για την ασθματική μητέρα. Μόνο 10% των ασθματικών γυναικών εμφανίζουν κάποια συμπτώματα κατά τη γέννα και το άσθμα επανέρχεται στη προτεραία του τοκετού βαρύτητα 3 μήνες περίπου μετά τον τοκετό (δεν μπορεί να μην θαυμάσει κανείς τη μέριμνα της φύσης).
Αντιασθματικά φάρμακα και εγκυμοσύνη.
Πρέπει να τονισθεί από την αρχή ότι η γνώση για την ασφάλεια των φαρμάκων στην έγκυο, βασίζεται σε πειράματα σε ζώα και στην κλινική εμπειρία από τη χρήση των φαρμάκων στο παρελθόν. Δεν διανοήθηκε ποτέ κανείς να κάνει μελέτες σε εγκύους σύμφωνα με τη παραδοσιακή μεθοδολογία για ευνόητους λόγους ηθικής δεοντολογίας.
Από την υπάρχουσα γνώση μέχρι σήμερα (σύμφωνα και με τις τελευταίες οδηγίες του National Asthma Education and Prevention Program των Η.Π.Α. το Μάρτιο του 2004) προκύπτει ότι οι ακόλουθες κατηγορίες αντιασθματικών φαρμάκων θεωρούνται ασφαλείς τόσο για την ίδια, όσο και για το έμβρυο ώστε να χορηγηθούν στην έγκυο.
-
Οι εισπνεόμενοι β2-διεγέρτες ταχείας και βραδείας δράσεως.
-
Τα εισπνεόμενα κορτικοειδή με προτιμότερη τη βουδεσονίδη
-
Οι χρωμόνες (π.χ. χρωμογλυκικό νάτριο ή νεδοχρωμίλη)
-
Η θεοφυλλίνη από του στόματος
-
Τα αντιλευκοτριενικά φάρμακα
-
Τα από του στόματος κορτικοειδή
Πρέπει να τονισθεί εμφατικά ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν όλα τα μέτρα και να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες εφαρμογής μείωσης ή εξάλειψης ΟΛΩΝ των παραγόντων που δυνατόν να επιδεινώσουν το άσθμα της εγκύου. Ενδεικτικά αναφέρονται:
-
Διακοπή του καπνίσματος, εάν καπνίζει
-
Απαγόρευση καπνίσματος στο σπίτι για όλους τους οικείους
-
Αποφυγή έκθεσης στα αλλεργιογόνα
-
Αποφυγή ιογενών λοιμώξεων και αντιγριππικός εμβολιασμός
-
Χαμηλή σχετική υγρασία μέσα στο σπίτι
-
Τις ημέρες με μεγάλη ατμοσφαιρική ρύπανση, καλό είναι η ασθματική έγκυος να παραμένει στο σπίτι.
-
Να αποφεύγει να βγαίνει εκτός σπιτιού τις ημέρες με πολύ κρύο ή να καλύπτει στόμα και μύτη με μάσκα ή κασκόλ
-
Μπορεί να γίνεται χρήση φυσιολογικού ορού για ρινικές πλύσεις ή εισπνοή με νεφελοποιητή.
-
Αποφυγή έκθεσης σε έντονες οσμές (π.χ. όχι χρήση χλωρίνης για καθαρισμό σπιτιού κλπ)
-
Αποφυγή έντονης ψυχοσυναισθηματικής επιβάρυνσης
Η ανοσοθεραπεία συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν έχει επιτευχθεί η δόση συντήρησης. Δεν αρχίζει ποτέ μία γυναίκα ανοσοθεραπεία ενώ είναι έγκυος.
Φάρμακα που σχετίζονται με το άσθμα και πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση τους στην έγκυο είναι:
- Τετρακυκλίνες (είναι αντιβιοτικά)
- Ιωδιούχα αντιβηχικά
- Ασπιρίνη και άλλα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη, εφόσον υπάρχει δυσανεξία
- Φάρμακα που ανήκουν στους β2-ανασταλτές
- Από του στόματος αντιϊσταμινικά στο πρώτο τρίμηνο
- Από του στόματος αποσυμφορητικά (αγγειοσυσπαστικά)
Η ΑΣΘΜΑΤΙΚΗ ΕΓΚΥΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΩΣΤΑ ΜΕ ΤΟ ΓΙΑΤΡΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΖΟΥΣΑ ΤΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ, ΔΕΝ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΣΕ ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΗ ΕΓΚΥΟ ΓΥΝΑΙΚΑ.
ΡΙΝΙΤΙΔΑ
Η συχνότητα όλων των μορφών της ρινίτιδας στην εγκυμοσύνη υπολογίζεται μεταξύ 20-30%. Η εγκυμοσύνη από μόνη της αυξάνει τη κυκλοφορία του αίματος στο βλεννογόνο της μύτης κατά 40% περίπου, υποβοηθώντας έτσι τη διάταση των αγγείων στη μύτη, προκαλώντας ρινική συμφόρηση (μπούκωμα). Επιπλέον, οι ορμόνες που εκλύονται στην εγκυμοσύνη (με προεξάρχουσα τη προγεστερόνη) επιδρούν στο βλεννογόνο της μύτης προκαλώντας συμπτώματα ρινίτιδας. Είναι χαρακτηριστική η καλούμενη «ρινίτιδα της εγκυμοσύνης» με έξαρση μετά το 4-5 μήνα της κύησης, η οποία παρέρχεται μετά τον τοκετό.
Η συμπτωματολογία είναι η γνωστή, δηλαδή «μπούκωμα» και φαγούρα της μύτης, φταρνίσματα, ρινική καταρροή και οπισθορρινική έκκριση.
Η ρινίτιδα μπορεί να επηρεάσει τη διατροφή, τον ύπνο και την συναισθηματική ισορροπία της εγκύου ή να επιδεινώσει προϋπάρχον άσθμα ή ιγμορίτιδα.
Η αλλεργική ρινίτιδα είναι η πιο συχνή ρινίτιδα κατά την εγκυμοσύνη, συνήθως προϋπάρχει και σπάνια μπορεί να εκδηλωθεί για πρώτη φορά με την εγκυμοσύνη.
Θεραπευτικά, πρέπει να εφαρμόζονται όλα τα μέτρα πρόληψης και αποφυγής των παραγόντων που επηρεάζουν τη ρινίτιδα (αλλεργιογόνα και μη ειδικοί παράγοντες).
- Οι ρινικές πλύσεις με φυσιολογικό ορό συνήθως είναι επιβοηθητικές, όχι όμως να γίνεται κατάχρηση.
- Τα τοπικά αποσυμφορητικά (αγγειοσυσπαστικά) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται πέραν των 2-3 ημερών, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης φαρμακευτικής ρινίτιδας.
- Τα από του στόματος αποσυμφορητικά (αγγειοσυσπαστικά) απαγορεύονται στην εγκυμοσύνη.
- Τα αντιϊσταμινικά σε τοπική χρήση (ενδορρινικά, κολλύρια) δύνανται να χρησιμοποιηθούν με φειδώ σε όλη την εγκυμοσύνη, επειδή δεν υπάρχει μεγάλη συστηματική απορρόφηση.
- Τα αντιϊσταμινικά από του στόματος απαγορεύονται στο πρώτο τρίμηνο, ενώ στους υπόλοιπους μήνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Ο γιατρός θα επιλέξει το σκεύασμα και το χρόνο χρήσης του.
- Οι χρωμόνες (χρωμογλυκικό νάτριο ή νεδοχρωμίλη) δύνανται να χρησιμοποιηθούν χωρίς πρόβλημα.
- Πάντοτε πρέπει να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις του φαρμάκου στην μητέρα και το έμβρυο αλλά και οι επιπτώσεις της νόσου επί της μητέρας και του εμβρύου.
ΚΝΙΔΩΣΗ ΑΓΓΕΙΟΟΙΔΗΜΑ
Κνίδωση μπορεί να συμβεί στην έγκυο όπως και σε κάθε γυναίκα εκτός εγκυμοσύνης. Υπάρχει όμως και μία κατάσταση που ονομάζεται «κνιδωτικές πλάκες της κύησης», όπου εμφανίζονται δερματικές βλάβες που ομοιάζουν πολύ με κνιδωτικές βλάβες και συνοδεύονται από κνησμό. Συνήθως εμφανίζονται μετά το 4ο -5ο μήνα της κύησης και υποχωρούν αμέσως ή μετά 1-2 μήνες από τον τοκετό. Πιστεύεται ότι μπορεί να οφείλονται στην ορμόνη προγεστερόνη που απελευθερώνεται σε μεγάλες ποσότητες κατά την εγκυμοσύνη και ορισμένες έγκυες για ιδιοσυστασιακούς παράγοντες μπορεί να εμφανίσουν την κατάσταση αυτή. Δεν υπάρχει φόβος ούτε για την έγκυο, ούτε για το έμβρυο από τις κνιδωτικές πλάκες της κύησης. Η θεραπεία μπορεί να μην είναι τελείως αποτελεσματική και περιλαμβάνει αντιϊσταμινικά και κορτικοειδή από το στόμα, ενώ οι τοπικές κρέμες και αλοιφές δεν προσφέρουν τίποτε το ουσιαστικό.
Επιμέλεια κειμένου:
Δημήτριος Παπαϊωάννου - Αλλεργιολόγος
|