|
|
ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΡΓΙΑ
Εισαγωγή
Η συσχέτιση των ψυχοκοινωνικών παραγόντων με τις αλλεργικές παθήσεις, αλλά και γενικότερα με τη διαταραχή της ομοιόστασης (υγεία) του ανθρώπινου οργανισμού, είναι τόσο παλιά όσο και η επιστήμη της Ιατρικής. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να ήταν διαφορετικά, αφού ο άνθρωπος αφενός μεν ευρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, δεχόμενος ερεθίσματα και απαντώντας σε αυτά και αφετέρου η ψυχή και το σώμα είναι αλληλένδετα σε λειτουργικό επίπεδο, ρυθμίζοντας και επηρεάζοντας το ένα το άλλο. Η έννοια του «όλου», του «ενός» ανάγεται στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, αλλά αναδείχθηκε από τον Σωκράτη. Ο φιλόσοφος συμβουλεύει το νεαρό Χαρμίδη, που υπέφερε από πονοκεφάλους, στο διάλογο του Πλάτωνα «Χαρμίδης» ότι , «...όπως δεν είναι σωστό να θεραπεύει κανείς τους οφθαλμούς χωρίς να θεραπεύει το κεφάλι ή το κεφάλι χωρίς το υπόλοιπο σώμα, έτσι δεν είναι σωστό να θεραπεύει κανείς το σώμα χωρίς να θεραπεύει την ψυχή» και συνεχίζει, «... η ικανότητα των ιατρών να θεραπεύσουν την αρρώστια είναι περιορισμένη όταν παραβλέπουν το όλον, καθώς το μέρος δεν μπορεί ποτέ να γίνει καλά, εκτός αν γίνει το όλον καλά».
Ο Καρτεσιανός δυϊσμός (διαχωρισμός σώματος - ψυχής) απομάκρυνε την ιατρική σκέψη από τη κλασική Σωκρατική και Ιπποκρατική άποψη και αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο για τη διαμόρφωση θεωριών για το ρόλο της ψυχής ως «νοσογόνου» παράγοντα. Η πρώτη διαμορφωμένη επιστημονική κίνηση που έτυχε ευρείας αποδοχής είναι η Ψυχοσωματική Ιατρική με Ψυχαναλυτική (Ψυχοδυναμική) κατεύθυνση, τις πρώτες δεκαετίες του 1900. Οι υποστηρικτές της Σχολής αυτής, με κύριο εκπρόσωπο τον F.Alexander, διαμόρφωσαν την θεωρία της «ειδικής ψυχογένεσης», σύμφωνα με την οποία απωθημένα συναισθήματα, όπως φόβος, επιθετικότητα, ματαίωση, ενοχή (δηλαδή οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα, τα «πάθη» όπως τα ονόμαζε ο Ιπποκράτης στους «Αφορισμούς» του) καταλήγουν σε χρόνια συναισθηματική τάση, με επακόλουθο την επιλεκτική κατά περίπτωση δυσλειτουργία οργάνων του σώματος. Αρχικά, o Alexander πρότεινε τις 7 «κλασικές» ψυχοσωματικές αρρώστιες, δηλαδή το βρογχικό άσθμα, την ιδιοπαθή υπέρταση, την ελκώδη κολίτιδα, το έλκος του 12δακτύλου, τον υπερθυρεοειδισμός (θυρεοτοξίκωση), τη ρευματοειδής αρθρίτιδα και τη νευροδερματίτιδα (ουσιαστικά συνώνυμη με την ατοπική δερματίτιδα). Δηλαδή δύο από τις επτά «κλασικές ψυχοσωματικές» παθήσεις είναι διαφορετικές εκφράσεις της αλλεργικής νόσου.
Πολλά έχουν όμως προστεθεί από τότε. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το άσθμα και η ατοπική δερματίτιδα έχουν ως βασικό παθολοανατομικό υπόστρωμα τη χρόνια αλλεργική φλεγμονή, γνωρίζουμε σε σημαντικό βαθμό το ρόλο των αλλεργιογόνων ουσιών στη παθογένεση τους, επίσης γνωρίζουμε ότι η ατοπική δερματίτιδα προδιαθέτει το παιδί στην εκδήλωση αλλεργικού άσθματος. Στις ημέρες μας γίνεται προσπάθεια να καταγραφούν τα «βιολογικά μονοπάτια» μέσω των οποίων το stress που προκαλείται από διάφορους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες μπορεί να επηρεάσει την εμφάνιση νόσου (και της αλλεργικής) και έχουν προστεθεί πολλές γνώσεις.
Η σημερινή επικρατούσα άποψη (Ψυχοβιολογική) στηρίζεται στη βασική αρχή ότι ο άνθρωπος είναι μία ολοκληρωμένη βιοψυχοκοινωνική ενότητα, ακολουθώντας την «ολιστική» Σωκρατική και Ιπποκρατική αντίληψη. Οι ψυχοβιολογικές απόψεις απομακρύνονται από τον δυϊσμό των ψυχαναλυτικών (ψυχή και σώμα) και η έμφαση μεταφέρεται από την ατομική ψυχοδυναμική στο διαπροσωπικό επίπεδο, όπου το άτομο θεωρούμενο ενιαία βιοψυχοκοινωνική ενότητα δέχεται την επίδραση και απαντά σε πλήθος κοινωνικών παραγόντων, οι οποίοι επιδρούν στην υγεία και στην αρρώστια, όπως διαπροσωπικές σχέσεις σε οικογενειακό ή επαγγελματικό ή ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο, μεταβολές της κοινωνικής δομής (αστικοποίηση, μετανάστευση), μεταβολή προτύπου πνευματικών και ηθικών αξιών (ταχύτητα έλευσης των αλλαγών αυτών και δυνατότητα αφομοίωσης και προσαρμογής), γενικότερη αλλαγή του τρόπου ζωής (life style) κλπ.
Τι είναι το stress;
Stress, γενικότερα ορίζεται η κατάσταση που προκαλείται από την επίδραση παραγόντων (βιολογικών, φυσικών, ψυχολογικών), κατά την οποία ο εγκέφαλος ερμηνεύει το μέγεθος της διέγερσης ως υπέρμετρο και την ιδιότητα της ως απειλητική και ο οργανισμός απαντά με ένα γενικευμένο τρόπο (για παράδειγμα εκλύει τις ορμόνες κορτιζόλη και αδρεναλίνη κλπ). Το Ψυχολογικό stress (ψυχολογική πίεση) είναι η βιωματική εμπειρία ψυχοπιεστικών καταστάσεων (συνήθως δυσάρεστων, πιθανόν όμως και ευχάριστων) και η αρνητική επίδραση που σχετίζεται με την αδυναμία χειρισμού των (τρόποι χειρισμού του stress - Copying styles). Είναι εύκολα κατανοητό ότι η τελική επιβάρυνση στον οργανισμό που προκαλείται από το ψυχολογικό stress εξαρτάται άμεσα με τον τρόπο χειρισμού του, που και αυτός με τη σειρά του είναι η συνισταμένη πολλών άλλων παραμέτρων, όπως η προσωπικότητα, οι προηγούμενες βιωματικές εμπειρίες και πολλά άλλα.
Επακόλουθο του ψυχολογικού stress είναι το άγχος, που ορίζεται ως το γενικευμένο συναίσθημα έντασης και ενεργοποίησης, σχετιζόμενο με φυσιολογικές (αύξηση μυϊκού τόνου, υπεριδρωσία, αύξηση σφύξεων και ρυθμού αναπνοής, αίσθημα «σύσφιξης του στήθους» κλπ) και γνωσιακού τύπου διαταραχές (π.χ. δυσχέρεια συγκέντρωσης προσοχής, «σταμάτημα» της σκέψης κλπ). Το άγχος διακρίνεται κατά πολλούς τρόπους. Όσον αφορά την ένταση, σε κλινικό (έντονο) που προκαλεί τις αγχώδεις διαταραχές ή στο υποκλινικό άγχος (αυτό είναι που έχει μελετηθεί επιμόνως η συσχέτιση του με τις αλλεργικές παθήσεις). Το άγχος διακρίνεται σύμφωνα με την ιδιομορφία της κατάστασης που το προκαλεί και χαρακτηρίζεται ως άγχος σχετιζόμενο με ένα γεγονός (state anxiety) και το άγχος ως χαρακτηριστικό (trait anxiety) του ατόμου, το οποίο επηρεάζει την αντίληψη και την επεξεργασία των διαφόρων καταστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζει την αντίληψη και τη δημιουργία προτύπων συμπεριφοράς. Επίσης, όσον αφορά τη διάρκεια σε οξύ και χρόνιο stress.
Διαφορετικές μορφές άγχους εμπλέκονται στις αλλεργικές παθήσεις και επηρεάζουν τη συμπτωματολογία (ένταση, συχνότητα, βαρύτητα, εξάρσεις), την αποτελεσματικότητα της αγωγής ή τη χρήση υπηρεσιών Υγείας (σχετιζόμενη άμεσα με την υποκειμενική αντίληψη βελτίωσης ή επιδείνωσης π.χ. υποκειμενική αντίληψη της δύσπνοιας στους ασθματικούς) και στη διαμόρφωση προτύπων συμπεριφοράς με βάση τον ατομικό τρόπο χειρισμού του stress. Για παράδειγμα, στο άσθμα παρατηρείται άγχος σχετιζόμενο με τα συμπτώματα (κρίσεις), με τους εκλυτικούς παράγοντες και με τη φαρμακευτική αγωγή. Στην τροφική αλλεργία έχει αναφερθεί ότι πολλές περιπτώσεις ασθενών με αιτιάσεις συμπτωμάτων που αποδίδονται σε τροφές, είτε σχετίζονται με αγχώδεις διαταραχές ή συγκεκαλυμμένη κατάθλιψη, είτε σχετίζονται με προηγούμενη εμπειρία αναφυλακτικής αντίδρασης σε κάποια τροφή, με αποτέλεσμα κάθε λαμβανόμενη τροφή μετά την ψυχοτραυματική εμπειρία να προκαλεί μη ελεγχόμενο άγχος με όλες τις συνέπειες.
Υπάρχει κάποιος τύπος προσωπικότητας που να προδιαθέτει στην εκδήλωση αλλεργικής νόσου;
Η διαμόρφωση του τύπου της προσωπικότητας ενός ατόμου είναι η συνισταμένη γενετικών παραγόντων (αυτό που ονομάζεται ταμπεραμέντο) και παραγόντων από το περιβάλλον (όλο το σύνθετο πλέγμα μάθησης, βιωματικών εμπειριών, κοινωνικο-πολιτιστικών παραγόντων κλπ). Για τις αλλεργικές παθήσεις είχε προκύψει το ερώτημα κατά πόσον ένας συγκεκριμένος τύπος προσωπικότητας μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για την εκδήλωση της νόσου. Κλινικές παρατηρήσεις, όπως και έρευνες υπήρξαν πολλές. Διαμορφώθηκε παλαιότερα η αντίληψη ότι υπάρχει σαφής τύπος προσωπικότητας, η λεγόμενη αλλεργική προσωπικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από στενή εξάρτηση με πρόσωπα και περιβάλλον, από έλλειψη αυτονομίας του ατόμου, από συνεχή προσπάθεια αποφυγής συγκρουσιακών καταστάσεων, από θυμό και ανολοκλήρωτη εχθρότητα, στην ουσία δηλαδή παράγοντες συναισθηματικής διαπάλης.
Η σημερινή επικρατούσα άποψη είναι ότι μπορεί κάποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά της προσωπικότητας να παρατηρούνται συχνά σε αλλεργικά άτομα, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί ένας συγκεκριμένος τύπος προσωπικότητας να προδιαθέτει στην εμφάνιση αλλεργικής νόσου, να αποτελεί δηλαδή παράγοντα κινδύνου.
Άσθμα και Ψυχολογικοί παράγοντες
Από τις αλλεργικές παθήσεις το βρογχικό άσθμα έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, για τη συσχέτιση που εμφανίζει με ψυχολογικούς παράγοντες, ήδη από την εποχή του Ιπποκράτη. Η συσχέτιση ψυχολογικών παραγόντων με την εκδήλωση άσθματος έχει αποτυπωθεί με χιλιάδες αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία από πολλών δεκαετιών μέχρι σήμερα. Η καθημερινή πρακτική διδάσκει ότι ένα ασθματικό άτομο δυνατόν να εμφανίσει ασθματική κρίση ευρισκόμενο κάτω από έντονες ψυχοπιεστικές συνθήκες. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι ο έλεγχος ψυχολογικών παραμέτρων επηρεάζει θετικά την πορεία της νόσου. Ήδη από το 1190 μ.Χ., ο Μαϊμωνίδης (ο γιατρός του φημισμένου Σουλτάνου Σαλαντίν) το σημείωνε στο βιβλίο του "Πραγματεία περί το Άσθμα", γράφοντας ότι ".....η φροντίδα τέτοιων καταστάσεων -δηλ. ασθματικών- δεν επαφίεται μόνο σε διαιτητικούς περιορισμούς, ούτε μόνο στα φάρμακα, ούτε μόνο στις συνήθεις ιατρικές συμβουλές.....η ψυχολογική παρέμβαση βοηθά περισσότερο..".
Πέρα όμως από τις επιστημονικές αναφορές, υπάρχει κοινή πεποίθηση στη καθημερινή ζωή, ότι διάφορες ψυχολογικές καταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν την αναπνευστική λειτουργία. Είναι συνήθεις οι φράσεις «μου κόπηκε η ανάσα από το φόβο» ή «με έπιασε δύσπνοια από τη στενοχώρια» ή «έχω ένα κόμπο στο λαιμό και δεν μπορώ να ανασάνω, όταν είμαι στενοχωρεμένος». Η λαϊκή ρήση «απορία ψάλτου βηξ» περικλείει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την κοινή αποδοχή, ότι οι βρόγχοι μπορούν να αποτελέσουν το όργανο στόχο μιας ψυχοσυναισθηματικής φόρτισης.
Τα τελευταία χρόνια μαθαίνουμε πολλά για τους βιολογικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα του ανθρώπου επιδρά στην αλλεργική φλεγμονή και κατά συνέπεια στην έκλυση των συμπτωμάτων. Η επικοινωνία του Νευρικού με το Ανοσιακό σύστημα είναι αμφίδρομη, που σημαίνει ότι αλληλορυθμίζονται. Ένα άλλο λειτουργικό σύστημα είναι το Ορμονικό, το οποίο είναι σε στενή λειτουργική σχέση αλληλορύθμισης με τα προηγούμενο δύο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι κατά την εφηβεία πολλές αλλεργικές παθήσεις διαφοροποιούνται στην έκφραση τους. Ο ταχύτατα αναπτυσσόμενος κλάδος της Ψυχονευροανοσολογίας είναι βέβαιο ότι θα μας δώσει πολλές απαντήσεις στο περίπλοκο δίκτυο συνεργασίας και αλληλορύθμισης των τριών λειτουργικών συστημάτων με προεκτάσεις ενδεχομένως και σε επίπεδο θεραπευτικής παρέμβασης, έξω και πέρα από τα ισχύοντα σήμερα.
Ιστορικό ενδιαφέρον έχουν σήμερα οι Ψυχοδυναμικές που τοποθετούσαν την αιτία του άσθματος στις άλυτες ψυχοσυγκρούσεις των πρώτων χρόνων της ζωής. Σύμφωνα με αυτές, υπήρχε διαταραγμένη σχέση μητέρας - παιδιού στους πρώτους μήνες της ζωής. Το παιδί νοιώθει την απειλή της απώλειας της μητέρας του ή του υποκατάστατου της, συνήθως λόγω της ανάδυσης μέσα του ερωτικών επιθυμιών και η ασθματική συμπτωματολογία μπορεί να ερμηνευθεί (σύμφωνα πάντα με τον Alexander) ως η έκβαση ενός κλάματος που δεν μπορεί εκδηλωθεί. Το παιδί λόγω της δομής του ψυχισμού του, που δεν του επιτρέπει να προσαρμοσθεί στην απειλή της απώλειας του αγαπημένου αντικειμένου (μητέρα), εκφράζει το αδιέξοδο της κατάστασης του μέσω της ασθματικής συμπτωματολογίας. Η ίδια κατάσταση μπορεί να συμβεί και σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία, αν π.χ. γεννηθεί κάποιο δεύτερο παιδί που απειλεί να μονοπωλήσει την αγάπη και τη φροντίδα της μητέρας. Το αίσθημα αποστέρησης της μητρικής στοργής κατά τη παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε μία παθητική - συναισθηματική εξάρτηση από τη μητέρα και στο φόβο αποχωρισμού της, με αποτέλεσμα κάθε φορά που εμφανίζεται το ενδεχόμενο χωρισμού από τη μητέρα ή το υποκατάστατο της, εμφανίζονται εξάρσεις του άσθματος. Οι ασθματικοί ασθενείς κατέχονται από εσωτερική ανασφάλεια και χρησιμοποιούν ασυνείδητους μηχανισμούς άμυνας για να προστατευτούν από το δυσάνεκτο αυτό συναίσθημα, όπως η άρνηση, η τάση να βοηθούν τους άλλους ή υιοθετούν πρότυπα υποδειγματικής στάσης και συμπεριφοράς σε ατομικό ή/και κοινωνικό επίπεδο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκουν να «εξαγοράσουν» το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη των γύρω τους.
Η υποβολή (η οποία θεωρείται παραλλαγή της Μάθησης) έχει τεκμηριωμένη θετική συσχέτιση με την ασθματική συμπτωματολογία, μπορεί δηλαδή η υποβολή να προκαλέσει ασθματική κρίση. Μερικοί ασθματικοί είναι σε θέση να αναπαραγάγουν οικειοθελώς ασθματική κρίση, συσπώντας κατάλληλα το διάφραγμα και τους θωρακικούς μύες. Έχουν γίνει και πειραματικές εργασίες που αποδεικνύουν αυτή τη συσχέτιση. Με την έννοια αυτή έχουν προταθεί υποστηρικτικές τεχνικές ώστε μέσω της υποβολής (Μάθησης) να έχομε θετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα στον έλεγχο του άσθματος.
Το άσθμα είναι χρόνια νόσος και είναι αναμενόμενο να επιδρά σε ψυχολογικές παραμέτρους, είτε στο πάσχον άτομο, είτε μεταβάλλοντας το δυναμικό της οικογένειας. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του παιδικού άσθματος, αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Το παιδικό βρογχικό άσθμα είναι από τις πιο συχνές χρόνιες νόσους, μαζί με την επιληψία στο γενικό παιδικό πληθυσμό. Η ασθματική κρίση είναι εξόχως ψυχοτραυματική εμπειρία, τόσο για το ίδιο το παιδί, όσο και για την οικογένεια του. Η συχνότητα και η βαρύτητα των κρίσεων, καθώς και η ηλικία έναρξης της νόσου, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες στην ομαλή ψυχοκοινωνική αλλά και σωματική ανάπτυξη του παιδιού. Η ανάγκη συχνών επισκέψεων ή νοσηλειών του παιδιού στο Νοσοκομείο, τις περισσότερες φορές ενώ το παιδί δυσπνοεί, αποτελεί ιδιαίτερη ψυχοτραυματική εμπειρία, ιδίως στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας, γιατί και πιο ευάλωτα είναι και πιο εξαρτημένα από τους γονείς τους. Οι συχνές προτροπές των μητέρων στα ασθματικά παιδιά "μην τρέχεις, «θα ιδρώσεις και θα κρυώσεις» ή ακόμη ο φόβος πρόκλησης ασθματικής κρίσης με την άσκηση, περιορίζουν την κινητικότητα των παιδιών και τη συμμετοχή τους σε αθλοπαιδιές ή ομαδικό παιχνίδι, με όλα τα γνωστά επακόλουθα. Η ανάγκη της καθημερινής λήψης των φαρμάκων σε τακτά διαστήματα, ιδιαίτερα αν αυτό συμπίπτει με τις ώρες που είναι το παιδί στο σχολείο, κινητοποιεί άγχος και φαντασιώσεις στα παιδιά και διαμορφώνει τη νοοτροπία του χρονίως πάσχοντος (δείγμα αδυναμίας και εξάρτησης - ανεπάρκειας, καθώς και διαρκής υπενθύμιση της αρρώστιας). Το παιδικό άσθμα είναι ίσως η πιο συχνή αιτία απουσιών από το σχολείο και έχει τεκμηριωθεί ότι οι συχνές απουσίες από το σχολείο επηρεάζουν αρνητικά την ψυχοκοινωνική ωρίμανση του παιδιού. Οι επιπτώσεις στην οικογένεια από την παρουσία ενός παιδιού με χρόνιο πρόβλημα είναι πολλαπλές στο συναισθηματικό -κοινωνικό, αλλά και οικονομικό επίπεδο. Πολλές φορές το αυξημένο άγχος που κατέχει τους γονείς των ασθματικών παιδιών σχετίζεται με τις διαμορφωμένες απόψεις του πατέρα για τον χειρισμό της νόσου και τις αντιλήψεις της μητέρας για αναγκαιότητα αυξημένης υπερπροστασίας. Σημαντικό είναι ότι το άγχος επιδρά αρνητικά στην ικανότητα επιτυχούς ιατρικής παρέμβασης. Αυτό είναι άκρως σημαντικό και επισημαίνει την ευθύνη των ατόμων που χειρίζονται παιδιά με χρόνιο παιδικό άσθμα, ώστε να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια μείωσης του άγχους των γονέων.
Οι ψυχολογικές/ ψυχιατρικές παρεμβάσεις στο άσθμα, στόχο έχουν τη βελτίωση των συμπτωμάτων της νόσου, τη βελτίωση μηχανισμών της εξαρτημένης μάθησης και την ανάπτυξη δεξιοτήτων και μηχανισμών προσαρμογής, ώστε να επέλθει βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθματικού και της οικογένειας του, να συμμορφώνεται καλλίτερα με τη χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή, να μετέχει ενεργά στον αυτοέλεγχο της νόσου, να χρησιμοποιεί όσο λιγότερο γίνεται τις Υπηρεσίες Υγείας και την ελάχιστη δυνατή δόση φαρμάκων. Όταν αυτές οι παρεμβάσεις έχουν γίνει οργανωμένα, με συστηματικό τρόπο έχουν δώσει πολλά θετικά αποτελέσματα, τόσο για τους ασθματικούς ασθενείς, όσο και για το σύστημα υγείας γενικότερα και δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι από παιδικό άσθμα πάσχει περίπου 1 στα 10 παιδιά και στους ενήλικες η συχνότητα του ξεπερνά το 5%.
Κνίδωση και Ψυχολογικοί παράγοντες
Η χρόνια κνίδωση είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλεργικής πάθησης που ποικίλοι ψυχολογικοί παράγοντες συμβάλουν στην έκλυση της συμπτωματολογίας. Η πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση στην σύγχρονη εποχή της Ιατρικής ήταν το 1857. Η λαϊκή σοφία με φράσεις όπως, «με έπρηξες», «θα βγάλω κοκκινίλες από τη στεναχώρια» αποτυπώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη συσχέτιση ψυχολογικών παραγόντων και πρόκλησης των κνιδωτικών συμπτωμάτων. Η Ψυχοδυναμική άποψη θεωρούσε την κνίδωση σαν συμβολική εκδήλωση απωθημένης επιθετικότητας ή "κλάμα του δέρματος". Αναμφισβήτητα η κνίδωση είναι ετερογενής ομάδα νοσημάτων με πολύπλοκο παθογενετικό μηχανισμό, ο οποίος δεν έχει διευκρινισθεί μέχρι σήμερα. Όμως, είναι επίσης βέβαιο ότι το stress και το συνοδό άγχος αποτελούν εκλυτικούς παράγοντες και ότι σε πολλούς από τους χρόνιους κνιδωτικούς ασθενείς επιπολάζουν παράγοντες ψυχοπαθολογίας ή ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, όπως, γενικευμένο άγχος, κατάθλιψη, συναισθήματα ανεπάρκειας, χαμηλή κυριαρχικότητα, αυξημένη αυτοτιμωριτική τάση, αυξημένος νευρωτισμός, υποχωρητικότητα και εξάρτηση. Πολλά από τα ανωτέρω πιθανόν να είναι ψυχολογικά επακόλουθα της πορείας μιας χρόνιας νόσου. Η Ψυχιατρική παρέμβαση, σε επιλεγμένες περιπτώσεις τουλάχιστον, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική, είτε με την προσθήκη στη θεραπεία ψυχοτρόπων φαρμάκων, είτε με συμπεριφεριολογικού τύπου παρέμβαση.
Ατοπική δερματίτιδα και Ψυχολογικοί παράγοντες
Στη πρώτη της περιγραφή η ατοπική δερματίτιδα ονομαζόταν νευροδερματίτις, όρος που υποδηλώνει τη σχέση της με ψυχολογικούς παράγοντες. Σε όλα τα κλασικά συγγράμματα Αλλεργιολογίας και Δερματολογίας, αναφέρεται ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν έξαρση της νόσου. Η καθημερινή κλινική πρακτική δείχνει ότι ένα άτομο με ατοπική δερματίτιδα σε ύφεση όταν εκτεθεί σε αυξημένο stress, τότε θα εμφανίσει υποτροπή της νόσου του. Αυτό συμβαίνει ανεξαρτήτως ηλικίας. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ένα μικρό παιδί 3-4 ετών, το οποίο πάσχει από βρεφικό έκζεμα εμφανίζει έξαρση της πάθησης του όταν πληροφορείται ότι η μαμά του θα γεννήσει και άλλο παιδί.
Οι ψυχοδυναμικές απόψεις υποστηρίζουν την αιτιολογική σχέση ψυχολογικών παραγόντων και ατοπικής δερματίτιδας. Η αιτιολογική συσχέτιση έχει αποδοθεί σε διαταραχή της σχέσης μητέρας - παιδιού, με αποτέλεσμα ανεπαρκή σωματική επαφή και διαταραχή της ανάπτυξης του Εγώ. Παρατηρείται μία ατελής αίσθηση της ταυτότητας και χαμηλή εκτίμηση στο παιδί με ατοπική δερματίτιδα. Πέραν πάσης αμφιβολίας, η αιτιολογία μίας τόσο πολυπαραγοντικής νόσου όπως η ατοπική δερματίτιδα δεν μπορεί να εστιάζεται μόνο σε ψυχολογικούς παράγοντες. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, όπου υπάρχει διαταραχή της ψυχολογίας του ασθενούς ή της οικογένειας του είναι απαραίτητη η υποστηρικτική θεραπεία. Η πάθηση μπορεί να επηρεασθεί από διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον, αλλά μπορεί να προκαλέσει και συγκρούσεις σε αυτό, ώστε να σχηματίζεται φαύλος κύκλος. Πολλά παιδιά με ατοπική δερματίτιδα χαρακτηρίζονται από τάση για εξάρτηση από τους γονείς τους, διαταραχές του ύπνου, υπερκινητικότητα, υπερβολικές φοβίες και μειωμένη αυτοεκτίμηση, ενώ αρκετοί ενήλικες εμφανίζουν αυξημένο άγχος, νευρωτισμό, κατάθλιψη, άλλα ψυχοσωματικά ενοχλήματα, τάση καταπίεσης συναισθημάτων (ιδιαίτερα της επιθετικότητας), ανεπαρκείς μηχανισμούς προσαρμογής σε ψυχοπιεστικά γεγονότα και έλλειψη αποφασιστικότητας.
Επιμέλεια κειμένου:
Μαλαμά Ειρήνη - Παιδοψυχίατρος
Παπαϊωάννου Δημήτριος - Αλλεργιολόγος
|